ἀλοιφεῖον

ἀλοιφεῖον
ἀλοιφεῖον
anointing-room
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • αλοιφείον — ἀλοιφεῖον, το (Μ) [αλοιφή] εργαλείο με το οποίο γινόταν η επάλειψη ή, σύμφωνα με άλλους, το δωμάτιο όπου ετοιμάζεται το υλικό για την επάλειψη …   Dictionary of Greek

  • αλοιφή — η (Α ἀλοιφή) 1. αυτό με το οποίο αλείφει ή αλείφεται κάποιος, επίχρισμα 2. φαρμακευτικό παρασκεύασμα από λίπος και άλλες ουσίες, που χρησιμεύει για την επάλειψη τού σώματος, για θεραπευτικούς ή καλλωπιστικούς σκοπούς 3. μίγμα χρήσιμο για γάνωμα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”